Definition
▶
ελευθερία
elefthería
Η ελευθερία είναι η κατάσταση του να μπορείς να ενεργείς και να σκέφτεσαι ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς ή καταπίεση.
La liberté est l'état de pouvoir agir et penser librement, sans contraintes ni oppression.
▶
Η ελευθερία είναι ένα από τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
La liberté est l'un des droits humains les plus fondamentaux.
▶
Χωρίς ελευθερία, η κοινωνία δεν μπορεί να προοδεύσει.
Sans liberté, la société ne peut pas progresser.
▶
Πρέπει να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία όλων των ανθρώπων.
Nous devons lutter pour la liberté de tous les êtres humains.