Definition
▶
γέρος
géros
Ο γέρος είναι ο άνθρωπος που έχει προχωρήσει σε μεγαλύτερη ηλικία και συνήθως συνδέεται με τη σοφία και την εμπειρία.
Le vieux est une personne qui a atteint un âge avancé et est généralement associée à la sagesse et à l'expérience.
▶
Ο γέρος κάθε πρωί πηγαίνει για περπάτημα στο πάρκο.
Le vieux va chaque matin se promener dans le parc.
▶
Η γιαγιά μου είναι γέρος και έχει πολλές όμορφες ιστορίες να μας πει.
Ma grand-mère est vieille et a beaucoup de belles histoires à nous raconter.
▶
Ο γέρος του χωριού γνωρίζει όλους τους ανθρώπους και τις παραδόσεις τους.
Le vieux du village connaît tous les gens et leurs traditions.