Definition
▶
συνείδηση
syneídisi
Η συνείδηση είναι η ικανότητα του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις του, καθώς και τις ηθικές του αξίες.
La conscience est la capacité de l'homme à percevoir ses pensées, ses émotions et ses actions, ainsi que ses valeurs morales.
▶
Η συνείδηση μας καθοδηγεί να διακρίνουμε το σωστό από το λάθος.
La conscience nous guide à distinguer le bien du mal.
▶
Αισθάνομαι μια ενοχή στην συνείδηση μου μετά από αυτό που έκανα.
Je ressens une culpabilité dans ma conscience après ce que j'ai fait.
▶
Η συνείδηση είναι θεμελιώδης για την ηθική συμπεριφορά.
La conscience est fondamentale pour le comportement éthique.