Definition
▶
νοσταλγία
nostalgía
Η νοσταλγία είναι το αίσθημα λύπης ή επιθυμίας για κάτι που έχει περάσει ή κάτι που έχει χαθεί.
La nostalgie est le sentiment de tristesse ou de désir pour quelque chose qui est passé ou qui est perdu.
▶
Η νοσταλγία με καταλαμβάνει κάθε φορά που σκέφτομαι την παιδική μου ηλικία.
La nostalgie m'envahit chaque fois que je pense à mon enfance.
▶
Ακούγοντας αυτή τη μουσική, νιώθω μια έντονη νοσταλγία για τα παλιά χρόνια.
En écoutant cette musique, je ressens une forte nostalgie pour les années passées.
▶
Η νοσταλγία για τον τόπο καταγωγής του τον έκανε να επιστρέψει στην Ελλάδα.
La nostalgie de son pays d'origine l'a poussé à revenir en Grèce.