Definition
▶
καταλήγω
katalígō
Η λέξη 'καταλήγω' σημαίνει να φτάνεις σε μια κατάσταση ή σε ένα αποτέλεσμα μετά από μια διαδικασία ή μια πορεία.
Le mot 'καταλήγω' signifie arriver à un état ou à un résultat après un processus ou un parcours.
▶
Μετά από πολλές προσπάθειες, καταλήγω πάντα να επιλέγω την ίδια λύση.
Après de nombreux efforts, je finis toujours par choisir la même solution.
▶
Αφού ταξίδεψαν σε πολλές χώρες, τελικά καταλήγουν στην Ελλάδα.
Après avoir voyagé dans de nombreux pays, ils finissent finalement en Grèce.
▶
Ελπίζω να καταλήξω σε μια καλή απόφαση σύντομα.
J'espère arriver à une bonne décision bientôt.