Definition
▶
υπομονή
ypomoní
Η υπομονή είναι η ικανότητα να αντέχεις δύσκολες καταστάσεις χωρίς να απογοητεύεσαι.
La patience est la capacité de supporter des situations difficiles sans se décourager.
▶
Η υπομονή είναι απαραίτητη όταν περιμένεις το αποτέλεσμα των εξετάσεων.
La patience est nécessaire lorsque tu attends les résultats des examens.
▶
Αν θέλεις να μάθεις μια νέα γλώσσα, θα χρειαστείς πολλή υπομονή.
Si tu veux apprendre une nouvelle langue, tu auras besoin de beaucoup de patience.
▶
Η υπομονή του πατέρα μου με την κατάσταση ήταν αξιοθαύμαστη.
La patience de mon père face à la situation était admirable.