Definition
▶
διαπραγμάτευση
diapragmátefsi
Η διαπραγμάτευση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας δύο ή περισσότερα μέρη προσπαθούν να φτάσουν σε μία συμφωνία ή λύση μέσω της συζήτησης και της ανταλλαγής απόψεων.
La négociation est le processus par lequel deux ou plusieurs parties tentent d'atteindre un accord ou une solution par le biais de discussions et d'échanges d'opinions.
▶
Η διαπραγμάτευση για τη νέα συμφωνία ξεκίνησε χθες.
La négociation pour le nouvel accord a commencé hier.
▶
Οι δύο πλευρές συμμετείχαν σε διαπραγμάτευση για να επιλύσουν τις διαφορές τους.
Les deux parties ont participé à une négociation pour résoudre leurs différends.
▶
Η επιτυχής διαπραγμάτευση απαιτεί καλή επικοινωνία και υπομονή.
Une négociation réussie nécessite une bonne communication et de la patience.