Definition
▶
υποστήριξη
ypostírixi
Η υποστήριξη είναι η βοήθεια ή η στήριξη που παρέχεται σε κάποιον για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση ή να επιτύχει έναν στόχο.
Le soutien est l'aide ou le support fourni à quelqu'un pour faire face à une situation ou atteindre un objectif.
▶
Η υποστήριξη από την οικογένεια είναι πολύ σημαντική σε δύσκολες στιγμές.
Le soutien de la famille est très important dans les moments difficiles.
▶
Χρειάζομαι την υποστήριξή σου για να ολοκληρώσω αυτό το έργο.
J'ai besoin de ton soutien pour terminer ce projet.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα μέτρα για την υποστήριξη των ανέργων.
Le gouvernement a annoncé de nouvelles mesures pour le soutien des chômeurs.