Definition
▶
αμφιβάλλω
amfivállō
Η αμφιβολία ή η έλλειψη βεβαιότητας για κάτι.
Le doute ou le manque de certitude sur quelque chose.
▶
Αμφιβάλλω αν θα μπορέσω να έρθω στη συνάντηση.
Je doute de pouvoir venir à la réunion.
▶
Η απόφαση της κυβέρνησης με κάνει να αμφιβάλλω για το μέλλον.
La décision du gouvernement me fait douter de l'avenir.
▶
Αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια της ιστορίας του.
Je doute de la sincérité de son histoire.