Definition
▶
βιοποικιλότητα
viopikilitótiτα
Η βιοποικιλότητα αναφέρεται στη ποικιλία των ειδών, των οικοσυστημάτων και των γενετικών πληροφοριών που υπάρχουν στη φύση.
La biodiversité fait référence à la variété des espèces, des écosystèmes et des informations génétiques présentes dans la nature.
▶
Η προστασία της βιοποικιλότητας είναι κρίσιμη για τη διατήρηση των οικοσυστημάτων.
La protection de la biodiversité est cruciale pour la conservation des écosystèmes.
▶
Η μείωση της βιοποικιλότητας μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τον πλανήτη.
La réduction de la biodiversité peut avoir de graves conséquences pour la planète.
▶
Οι επιστήμονες μελετούν τη βιοποικιλότητα για να κατανοήσουν τις αλλαγές στο κλίμα.
Les scientifiques étudient la biodiversité pour comprendre les changements climatiques.