Definition
▶
επιρροή
epirroi
Η επιρροή είναι η ικανότητα να αλλάξεις ή να επηρεάσεις τη σκέψη, τη συμπεριφορά ή τις αποφάσεις κάποιου.
L'influence est la capacité de changer ou d'affecter la pensée, le comportement ou les décisions de quelqu'un.
▶
Η επιρροή των φίλων μπορεί να είναι πολύ ισχυρή.
L'influence des amis peut être très forte.
▶
Η διαφήμιση έχει μεγάλη επιρροή στους καταναλωτές.
La publicité a une grande influence sur les consommateurs.
▶
Η επιρροή του δασκάλου ήταν καθοριστική για την επιλογή της καριέρας μου.
L'influence de l'enseignant a été déterminante pour le choix de ma carrière.