Definition
▶
γνωστός
gnostos
Ο όρος 'γνωστός' χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι ή κάποιον που είναι ευρέως αναγνωρίσιμος ή έχει αποκτήσει φήμη.
Le terme 'connu' est utilisé pour décrire quelque chose ou quelqu'un qui est largement reconnu ou qui a acquis une certaine renommée.
▶
Ο Γιάννης είναι ένας γνωστός καλλιτέχνης στην Ελλάδα.
Yannis est un artiste connu en Grèce.
▶
Αυτό το βιβλίο είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο.
Ce livre est connu dans le monde entier.
▶
Η ταινία αυτή έγινε γνωστή για την εκπληκτική της πλοκή.
Ce film est devenu connu pour son intrigue incroyable.