Definition
▶
προσαρμογή
prosaromí
Η προσαρμογή είναι η διαδικασία προσαρμογής σε νέες συνθήκες ή απαιτήσεις.
L'adaptation est le processus d'ajustement à de nouvelles conditions ou exigences.
▶
Η προσαρμογή του προγράμματος σπουδών ήταν απαραίτητη για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των μαθητών.
L'adaptation du programme d'études était nécessaire pour répondre aux besoins des étudiants.
▶
Η προσαρμογή στο νέο εργασιακό περιβάλλον μπορεί να πάρει χρόνο.
L'adaptation à ce nouvel environnement de travail peut prendre du temps.
▶
Η προσαρμογή των προϊόντων στις προτιμήσεις των πελατών είναι κρίσιμη για την επιτυχία της επιχείρησης.
L'adaptation des produits aux préférences des clients est cruciale pour le succès de l'entreprise.