Definition
▶
καθολικός
katholikós
Ο καθολικός είναι αυτός που ανήκει στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή που έχει παγκόσμια ή καθολική σημασία.
Le catholique est celui qui appartient à l'Église catholique romaine ou qui a une signification universelle.
▶
Ο καθολικός πληθυσμός της χώρας είναι πολύ ποικιλόμορφος.
La population catholique du pays est très diversifiée.
▶
Η καθολική εκπαίδευση προσφέρει ίσες ευκαιρίες σε όλους τους μαθητές.
L'éducation catholique offre des chances égales à tous les élèves.
▶
Η καθολική πίστη προάγει την αγάπη και την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων.
La foi catholique promeut l'amour et la solidarité entre les gens.