Definition
▶
υποκειμενικότητα
ypokeimenikótita
Η υποκειμενικότητα είναι η ποιότητα ή κατάσταση του να είναι κάτι υποκειμενικό, δηλαδή να σχετίζεται με την προσωπική αντίληψη ή γνώμη.
La subjectivité est la qualité ou l'état d'être subjectif, c'est-à-dire lié à la perception ou à l'opinion personnelle.
▶
Η υποκειμενικότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων είναι αναπόφευκτη.
La subjectivité des émotions humaines est inévitable.
▶
Ένα έργο τέχνης μπορεί να έχει διαφορετική υποκειμενικότητα ανάλογα με τον θεατή.
Une œuvre d'art peut avoir une subjectivité différente selon le spectateur.
▶
Οι απόψεις μας για την πραγματικότητα επηρεάζονται από την υποκειμενικότητα μας.
Nos opinions sur la réalité sont influencées par notre subjectivité.