Definition
▶
τοπίο
topío
Τοπίο είναι η φυσική ή καλλιτεχνική απεικόνιση ενός χώρου ή περιοχής, που περιλαμβάνει τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος και της ανθρώπινης παρέμβασης.
Un paysage est la représentation naturelle ou artistique d'un espace ou d'une région, qui inclut les éléments de l'environnement naturel et l'intervention humaine.
▶
Το τοπίο που βλέπουμε από το παράθυρο είναι εκπληκτικό.
Le paysage que nous voyons par la fenêtre est incroyable.
▶
Η φωτογραφία του ηλιοβασιλέματος δείχνει ένα πανέμορφο τοπίο.
La photo du coucher de soleil montre un magnifique paysage.
▶
Στην Ελλάδα, το τοπίο είναι γεμάτο από βουνά και θάλασσες.
En Grèce, le paysage est rempli de montagnes et de mers.