Definition
▶
χρονολογία
chronología
Η χρονολογία αναφέρεται στην καθορισμένη χρονική στιγμή ή περίοδο που σχετίζεται με ένα γεγονός.
La chronologie fait référence à un moment ou une période temporelle déterminée liée à un événement.
▶
Η χρονολογία της αρχαίας ελληνικής ιστορίας είναι σημαντική.
La chronologie de l'histoire grecque ancienne est importante.
▶
Πρέπει να γνωρίζουμε την χρονολογία των γεγονότων για να κατανοήσουμε την ιστορία.
Nous devons connaître la chronologie des événements pour comprendre l'histoire.
▶
Η χρονολογία της γέννησης του συγγραφέα είναι 1885.
La chronologie de la naissance de l'auteur est 1885.