Definition
▶
αυτοχθονία
aytochthonía
Η αυτοχθονία αναφέρεται στην κατάσταση των λαών που είναι ντόπιοι σε μια περιοχή και έχουν διαχρονική σύνδεση με αυτή.
L'autochtonie se réfère à l'état des peuples qui sont indigènes à une région et ont un lien historique avec celle-ci.
▶
Η αυτοχθονία των Ελλήνων στα νησιά του Αιγαίου είναι αναγνωρισμένη από την UNESCO.
L'autochtonie des Grecs dans les îles de la mer Égée est reconnue par l'UNESCO.
▶
Η αυτοχθονία των φυλών της Αυστραλίας είναι ένα σημαντικό θέμα για την πολιτιστική τους κληρονομιά.
L'autochtonie des tribus d'Australie est un sujet important pour leur patrimoine culturel.
▶
Οι μελέτες δείχνουν ότι η αυτοχθονία συνδέεται με τη διατήρηση της τοπικής γλώσσας και παράδοσης.
Les études montrent que l'autochtonie est liée à la préservation de la langue et des traditions locales.