Definition
▶
Τρία
Tria
Ο αριθμός που έρχεται μετά το δύο και πριν το τέσσερα.
המספר שבא אחרי שתיים ולפני ארבע.
▶
Έχω Τρία μήλα.
יש לי שלושה תפוחים.
▶
Τρία παιδιά παίζουν στο πάρκο.
שלושה ילדים משחקים בפארק.
▶
Αγόρασα Τρία βιβλία από το κατάστημα.
קניתי שלושה ספרים מהחנות.