Definition
▶
Οκτώ
Okto
Ο αριθμός που έρχεται μετά το επτά και πριν το εννέα.
המספר שבא אחרי שבע וקדימה לתשע.
▶
Σήμερα είναι η όγδοη μέρα του μήνα.
היום היא היום השמיני של החודש.
▶
Έχουμε οκτώ μήλα στο καλάθι.
יש לנו שמונה תפוחים בסל.
▶
Οκτώ μαθητές συμμετείχαν στο διαγωνισμό.
שמונה תלמידים השתתפו בתחרות.