Definition
▶
Δέκα
Deka
Ο αριθμός που προκύπτει από την προσθήκη του εννέα και του ενός.
המספר הנובע מהוספת תשע ואחת.
▶
Δέκα είναι ο αριθμός των δαχτυλιών στα χέρια μας.
עשר הוא מספר הטבעות בידינו.
▶
Η τάξη έχει δέκα μαθητές.
הכיתה יש עשרה תלמידים.
▶
Πρέπει να αγοράσουμε δέκα μήλα για την πίτα.
עלינו לקנות עשרה תפוחים לפשטידה.