Definition
▶
Δεκατρία
Dekatria
Ο αριθμός που ακολουθεί το δώδεκα και προηγείται του δεκατέσσερα.
המספר שמגיע אחרי שתיים עשרה ולפני ארבע עשרה.
▶
Σήμερα είναι δεκατρία χρόνια από την ημέρα που γνωριστήκαμε.
היום זה עברה שלוש עשרה שנים מאז שהכרנו.
▶
Η τάξη έχει δεκατρία παιδιά.
בכיתה יש שלוש עשרה ילדים.
▶
Είμαι δεκατρία χρόνια στην εργασία αυτή.
אני עובד בעבודה הזאת כבר שלוש עשרה שנים.