Definition
▶
Δεκαέξι
Dekaexi
Ο αριθμός που ακολουθεί το δεκαπέντε και προηγείται του δεκαεπτά.
המספר שבא אחרי חמש עשרה ומוקדם שבע עשרה.
▶
Σήμερα γιορτάζουμε τα δεκαέξι χρόνια από την ίδρυση της εταιρείας.
היום אנו חוגגים שש עשרה שנים מהקמת החברה.
▶
Ο μαθητής έγραψε δεκαέξι σωστές απαντήσεις στο τεστ.
התלמיד כתב שש עשרה תשובות נכונות במבחן.
▶
Η οικογένεια έχει δεκαέξι μέλη.
למשפחה יש שש עשרה חברים.