Definition
▶
νερό
neró
Το νερό είναι ένα άχρωμο, άοσμο και άγευστο υγρό που είναι απαραίτητο για τη ζωή.
המים הם נוזל חסר צבע, ריח וטעם, הנדרש לקיום חיים.
▶
Πίνω νερό κάθε μέρα για να παραμένω υγιής.
אני שותה מים כל יום כדי להישאר בריא.
▶
Το νερό είναι απαραίτητο για τα φυτά να αναπτυχθούν.
המים חיוניים לצמחים כדי להתפתח.
▶
Μπορείς να βρεις νερό σε κάθε σπίτι.
אתה יכול למצוא מים בכל בית.