Definition
▶
τσαγι
tsáyi
Το τσαγι είναι ένα ρόφημα που παρασκευάζεται από φύλλα τσαγιού και συνήθως καταναλώνεται ζεστό ή κρύο.
תה הוא משקה המוכן מעלי תה ולעיתים קרובות נצרך חם או קר.
▶
Πίνω τσαγι κάθε πρωί για καλή υγεία.
אני שותה תה כל בוקר לבריאות טובה.
▶
Το τσαγι που έφτιαξες είναι πολύ νόστιμο.
התה שהכנת מאוד טעים.
▶
Προτιμώ το τσαγι με λεμόνι αντί για ζάχαρη.
אני מעדיף תה עם לימון במקום סוכר.