Definition
▶
παπούτσι
papóutsi
Το παπούτσι είναι ένα υποδήμα που φοριέται για να προστατεύει το πόδι και να εξασφαλίσει άνεση κατά την κίνηση.
הנעל היא פריט לבוש שנ носים כדי להגן על הרגל ולספק נוחות במהלך התנועה.
▶
Αγόρασα ένα νέο παπούτσι για το σχολείο.
קניתי נעל חדשה לבית הספר.
▶
Τα παπούτσια μου είναι πολύ άνετα για περπάτημα.
הנעליים שלי מאוד נוחות להליכה.
▶
Πρέπει να καθαρίσω τα παπούτσια μου πριν από την εκδήλωση.
אני צריך לנקות את הנעליים שלי לפני האירוע.