Definition
▶
καθρέφτης
kathréftis
Ο καθρέφτης είναι ένα αντικείμενο που αντανακλά την εικόνα ενός προσώπου ή αντικειμένου.
המראה היא חפץ המשקף את הדימוי של אדם או חפץ.
▶
Κοίταξα στον καθρέφτη για να δω αν είμαι έτοιμος.
הסתכלתי במראה כדי לראות אם אני מוכן.
▶
Ο καθρέφτης στο μπάνιο είναι πολύ μεγάλος.
המראה בחדר האמבטיה מאוד גדולה.
▶
Αγόρασα έναν νέο καθρέφτη για το σαλόνι.
קניתי מראה חדשה לסלון.