Definition
▶
παίζω
paízo
Η λέξη 'παίζω' σημαίνει να συμμετέχω σε μια δραστηριότητα για διασκέδαση ή ψυχαγωγία.
המילה 'παίζω' משמעותה להשתתף בפעילות לשם הנאה או בידור.
▶
Τα παιδιά παίζουν στην αυλή.
הילדים משחקים בחצר.
▶
Σήμερα θα παίξω ποδόσφαιρο με τους φίλους μου.
היום אשחק כדורגל עם החברים שלי.
▶
Αρέσει να παίζω πιάνο τα βράδια.
אני אוהב לשחק בפסנתר בערבים.