Definition
▶
αγοράζω
agorázo
Αγοράζω σημαίνει αποκτώ κάτι με αντάλλαγμα χρήματα.
קנייה היא השגת משהו בתמורה לכסף.
▶
Αγοράζω φρούτα κάθε Σάββατο από την αγορά.
אני קונה פירות בכל יום שבת מהשוק.
▶
Σήμερα θα αγοράσω ένα νέο βιβλίο.
היום אני אקנה ספר חדש.
▶
Αγοράζουμε τα παιχνίδια για τα παιδιά μας.
אנחנו קונים את המשחקים לילדים שלנו.