Definition
▶
χαλαρώνω
chalaráno
Η λέξη 'χαλαρώνω' σημαίνει να απελευθερώνω την ένταση και να βρίσκω ηρεμία.
המילה 'χαλαρώνω' מתייחסת לשחרור מתח ומציאת רוגע.
▶
Αφού τελείωσα τη δουλειά μου, αποφάσισα να χαλαρώσω στον καναπέ.
אחרי שסיימתי את העבודה שלי, החלטתי להירגע על הספה.
▶
Το μπάνιο με αφρό είναι ο καλύτερος τρόπος να χαλαρώσω.
האמבטיה עם קצף היא הדרך הכי טובה להירגע.
▶
Μετά από μια κουραστική μέρα, χρειάζομαι λίγο χρόνο για να χαλαρώσω.
אחרי יום מתיש, אני צריך קצת זמן להירגע.