Definition
▶
μενού
menou
Μενού είναι η λίστα με τα φαγητά και ποτά που προσφέρονται σε ένα εστιατόριο ή καφετέρια.
תפריט הוא הרשימה של המאכלים והמשקאות המוצעים במסעדה או בבית קפה.
▶
Πριν παραγγείλουμε, ας δούμε το μενού.
לפני שנזמין, בואו נסתכל על התפריט.
▶
Το μενού του εστιατορίου αλλάζει κάθε εβδομάδα.
התפריט של המסעדה משתנה כל שבוע.
▶
Μου αρέσει να δοκιμάζω νέα πιάτα από το μενού.
אני אוהב לנסות מנות חדשות מהתפריט.