Definition
▶
πόλη
poli
Η πόλη είναι ένας οικισμός που έχει μόνιμους κατοίκους και αναπτυγμένες υποδομές.
העיר היא יישוב שיש בו תושבים קבועים ותשתיות מפותחות.
▶
Η Αθήνα είναι μια ιστορική πόλη.
אתונה היא עיר היסטורית.
▶
Πρέπει να επισκεφτούμε την πόλη την επόμενη εβδομάδα.
אנחנו צריכים לבקר בעיר בשבוע הבא.
▶
Η πόλη έχει πολλά όμορφα πάρκα.
לעיר יש הרבה פארקים יפים.