Definition
▶
κλειδί
kleidi
Το κλειδί είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ανοίγει ή να κλείνει κλειδώματα.
המפתח הוא כלי המשמש לפתיחה או סגירה של מנעולים.
▶
Ξέχασα το κλειδί του αυτοκινήτου στο σπίτι.
שכחתי את המפתח של המכונית בבית.
▶
Χρειάζομαι το κλειδί για να μπορώ να μπω στο διαμέρισμα.
אני צריך את המפתח כדי שאוכל להיכנס לדירה.
▶
Το κλειδί της επιτυχίας είναι η σκληρή δουλειά.
המפתח להצלחה הוא עבודה קשה.