Definition
▶
χρειάζομαι
chreiazomai
Η λέξη 'χρειάζομαι' σημαίνει την ανάγκη να αποκτήσω κάτι ή να έχω κάτι που είναι απαραίτητο.
המילה 'חייב' מתכוונת לצורך להשיג משהו או להיות בעל משהו שהוא חיוני.
▶
Χρειάζομαι βοήθεια με τα μαθήματά μου.
אני צריך עזרה עם השיעורים שלי.
▶
Αυτή τη στιγμή χρειάζομαι ένα ποτήρι νερό.
כרגע אני צריך כוס מים.
▶
Χρειάζομαι περισσότερες πληροφορίες για την εργασία μου.
אני צריך יותר מידע על העבודה שלי.