Definition
▶
υπόλοιπο
ypoloipo
Το υπόλοιπο είναι το ποσό που απομένει μετά από μια αφαίρεση ή μετά από μια πληρωμή.
היתרה היא הסכום שנשאר לאחר הפחתה או לאחר תשלום.
▶
Η τράπεζα μου είπε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού μου είναι 100 ευρώ.
הבנק אמר לי שהיתרה של החשבון שלי היא 100 יורו.
▶
Πρέπει να ελέγξω το υπόλοιπο της κάρτας μου πριν κάνω αγορές.
אני צריך לבדוק את היתרה של הכרטיס שלי לפני שאני קונה.
▶
Το υπόλοιπο της επιταγής μου είναι διαθέσιμο για ανάληψη.
היתרה של הצ'ק שלי זמינה למשיכה.