Definition
▶
ενοικίαση
enoikíasi
Η ενοικίαση είναι η διαδικασία κατά την οποία ένα άτομο ή μια επιχείρηση νοικιάζει ένα ακίνητο από έναν ιδιοκτήτη για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως με αντάλλαγμα ένα χρηματικό ποσό.
השכרת נכס היא התהליך שבו אדם או עסק שוכרים נכס מבעל נכס לתקופה מסוימת, בדרך כלל בתמורה לסכום כספי.
▶
Η ενοικίαση του διαμερίσματος έγινε για έξι μήνες.
השכרת הדירה התבצעה למשך שישה חודשים.
▶
Αποφάσισα να κάνω ενοικίαση για το γραφείο μου.
החלטתי לשכור משרד.
▶
Η ενοικίαση σπιτιού μπορεί να είναι μια καλή επιλογή για φοιτητές.
השכרת בית יכולה להיות אפשרות טובה לסטודנטים.