Definition
▶
όπου
ópou
Η λέξη "όπου" υποδηλώνει έναν τόπο ή μια θέση.
המילה "איפה" מצביעה על מקום או מיקום.
▶
Πήγα όπου με κάλεσες.
הלכתי איפה שקראת לי.
▶
Θα βρεις το βιβλίο όπου το άφησες.
תמצא את הספר איפה שהשארת אותו.
▶
Μου αρέσει να ταξιδεύω όπου υπάρχει θάλασσα.
אני אוהב לטוס איפה שיש ים.