Definition
▶
αν
an
Η λέξη 'αν' χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια υπόθεση ή μια προϋπόθεση σε μια πρόταση.
המילה 'אם' משמשת כדי לציין הנחה או תנאי במשפט.
▶
Αν βρέξει αύριο, θα μείνω σπίτι.
אם ירד גשם מחר, אשאר בבית.
▶
Θα πάω στην παραλία αν έχει ήλιο.
אֵלֵךְ לַחָלָה אִם יֵשׁ שֶׁמֶשׁ.
▶
Αν δεν σπουδάσεις, δεν θα περάσεις το μάθημα.
אם לא תלמד, לא תעבור את השיעור.