Definition
▶
μπορώ
boro
Ο όρος 'μπορώ' αναφέρεται στην ικανότητα ή την επιτρεπόμενη δυνατότητα κάποιου να κάνει κάτι.
המונח 'אני יכול' מתייחס ליכולת או לאפשרות המותרת למישהו לעשות משהו.
▶
Μπορώ να πάω στο πάρκο σήμερα.
אני יכול ללכת לפארק היום.
▶
Αν θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω με τα μαθήματά σου.
אם תרצה, אני יכול לעזור לך עם השיעורים שלך.
▶
Μπορώ να μιλήσω ελληνικά.
אני יכול לדבר יוונית.