Definition
▶
γέλιο
gelio
Το γέλιο είναι η εκδήλωση ευθυμίας ή χαράς, συχνά συνοδευόμενη από ήχους και κινήσεις του σώματος.
הצחוק הוא ביטוי של שמחה או הומור, המלווה לעיתים קרובות בקולות ובתנועות גוף.
▶
Το γέλιο των παιδιών γέμισε το πάρκο.
הצחוק של הילדים מילא את הפארק.
▶
Η ταινία ήταν τόσο αστεία που προκαλούσε γέλιο σε όλους.
הסרט היה כל כך מצחיק עד שגרם לכולם לצחוק.
▶
Το γέλιο είναι το καλύτερο φάρμακο για την ψυχή.
הצחוק הוא התרופה הטובה ביותר לנפש.