Definition
▶
οραματίζομαι
oramatizomai
Οραματίζομαι σημαίνει να σχηματίζω πνευματικές εικόνες ή ιδέες για το μέλλον.
לְחָלוֹם פירושו ליצור דימויים או רעיונות רוחניים לגבי העתיד.
▶
Στην παιδική μου ηλικία, οραματιζόμουν να γίνω αστροναύτης.
בילדותי, חלמתי להיות אסטרונאוט.
▶
Όταν γράφω, οραματίζομαι τις σκηνές που περιγράφω.
כשאני כותב, אני חולם על הסצנות שאני מתאר.
▶
Οραματίζομαι ένα κόσμο χωρίς πολέμους.
אני חולם על עולם ללא מלחמות.