Definition
▶
διαφορετικός
diaforetikos
Ο όρος 'διαφορετικός' αναφέρεται σε κάτι που είναι διαφορετικό ή που διαφέρει από κάτι άλλο.
המונח 'שונה' מתייחס למשהו שהוא שונה או שונה ממשהו אחר.
▶
Αυτό το βιβλίο είναι διαφορετικό από τα άλλα.
הספר הזה שונה מהאחרים.
▶
Οι απόψεις τους είναι διαφορετικές.
הדעות שלהם שוניות.
▶
Καθένας έχει μια διαφορετική ιστορία να πει.
לכל אחד יש סיפור שונה לספר.