Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη 'προκαλώ' σημαίνει να προκαλέσεις κάτι να συμβεί ή να δημιουργήσεις μία κατάσταση ή συνέπεια.
המילה 'מאתגר' מתייחסת לגרום לכך שמשהו יקרה או ליצור מצב או תוצאה.
▶
Η απόφασή του να φύγει προκαλεί ανησυχία στους φίλους του.
ההחלטה שלו לעזוב גורמת לדאגה לחבריו.
▶
Οι αλλαγές στο κλίμα προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις στη γεωργία.
השינויים באקלים גורמים להשפעות חמורות על החקלאות.
▶
Η κακή διατροφή μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας.
תזונה לקויה יכולה לגרום לבעיות בריאות.