Definition
▶
αντίκτυπος
antíktypos
Ο αντίκτυπος αναφέρεται στην επίδραση ή την επιρροή που έχει κάτι σε ένα άλλο πράγμα.
ההשלכה מתייחסת להשפעה או ההשפעה שיש למשהו על דבר אחר.
▶
Ο αντίκτυπος της απόφασης αυτής θα είναι αισθητός σε όλη την κοινωνία.
ההשלכה של ההחלטה הזו תורגש בכל החברה.
▶
Η αλλαγή του κλίματος έχει σοβαρό αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία.
שינוי האקלים יש השפעה חמורה על הכלכלה העולמית.
▶
Ο αντίκτυπος της τεχνολογίας στην εκπαίδευση είναι αναμφισβήτητος.
ההשפעה של הטכנולוגיה על החינוך היא בלתי ניתנת להכחשה.