Definition
▶
σκέφτομαι
skéftomai
Η σκέψη ή η διαδικασία κατά την οποία εξετάζουμε κάτι ή φέρνουμε στο μυαλό μας μια ιδέα ή μια εικόνα.
המחשבה או התהליך שבו אנו בוחנים משהו או מביאים לרוחנו רעיון או דימוי.
▶
Σκέφτομαι να ταξιδέψω το καλοκαίρι.
אני חושב לנסוע בקיץ.
▶
Σκέφτομαι συνεχώς την οικογένειά μου.
אני חושב כל הזמן על המשפחה שלי.
▶
Πρέπει να σκεφτώ μια λύση για το πρόβλημα.
אני צריך לחשוב על פתרון לבעיה.