Definition
▶
παραδόξως
paradóxos
Η λέξη 'παραδόξως' σημαίνει με έναν παράξενο ή ασυνήθιστο τρόπο, συχνά που προκαλεί έκπληξη.
המילה 'בצורה מוזרה' מתייחסת לאופן לא שגרתי או יוצא דופן, לעיתים מעורר הפתעה.
▶
Παράδοξως, το μωρό άρχισε να μιλάει πριν να περπατήσει.
באופן מוזר, התינוק התחיל לדבר לפני שהוא הלך.
▶
Ο καθηγητής, παραδόξως, δεν ήξερε την απάντηση στην ερώτηση.
המורה, בצורה מוזרה, לא ידע את התשובה לשאלה.
▶
Παράδοξως, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κατάλαβαν την αστεία ιστορία.
באופן מוזר, רוב האנשים לא הבינו את הסיפור המצחיק.