Definition
▶
χάος
cháos
Το χάος αναφέρεται σε μια κατάσταση έντονης αταξίας και αναστάτωσης, όπου τα πράγματα είναι ανακατεμένα και χωρίς οργάνωση.
הכאוס מתייחס למצב של תוהו ובוהו אינטנסיבי, שבו הדברים מעורבים ואינם מאורגנים.
▶
Η πόλη ήταν σε χάος μετά την καταιγίδα.
העיר הייתה בכאוס אחרי הסופה.
▶
Η συνάντηση κατέληξε σε χάος, με όλους να μιλούν ταυτόχρονα.
הפגישה הסתיימה בכאוס, עם כולם מדברים בו זמנית.
▶
Ο δρόμος ήταν γεμάτος χάος λόγω της κυκλοφοριακής συμφόρησης.
הרחוב היה מלא בכאוס בגלל הפקק traffic.