Definition
▶
αναπτύσσω
anaptyssó
Η διαδικασία κατά την οποία κάτι εξελίσσεται ή βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου.
ההליך שבו משהו מתפתח או משתפר עם חלוף הזמן.
▶
Η εταιρεία αναπτύσσει νέα προϊόντα κάθε χρόνο.
החברה מפתחת מוצרים חדשים כל שנה.
▶
Πρέπει να αναπτύξουμε τις δεξιότητές μας για να πετύχουμε.
עלינו לפתח את המיומנויות שלנו כדי להצליח.
▶
Η επιστήμη συνεχώς αναπτύσσεται με νέες ανακαλύψεις.
המדע מתפתח כל הזמן עם גילויים חדשים.