Definition
▶
προβλέπω
provlépω
Η πρόβλεψη είναι η ικανότητα να κατανοούμε ή να εκτιμούμε τι θα συμβεί στο μέλλον.
היכולת להבין או להעריך מה יקרה בעתיד.
▶
Προβλέπω ότι θα έχουμε καλή καιρική κατάσταση αύριο.
אני צופה שיהיה לנו מזג אוויר טוב מחר.
▶
Ο οικονομολόγος προβλέπει αύξηση της ανεργίας στις επόμενες μήνες.
הכלכלן צופה עלייה באבטלה בחודשים הקרובים.
▶
Προβλέπω ότι θα κερδίσουν τον αγώνα αύριο.
אני צופה שהם ינצחו את המשחק מחר.