Definition
▶
αποφασίζω
apofasízo
Η διαδικασία κατά την οποία επιλέγεται μια λύση ή απόφαση από διάφορες επιλογές.
התהליך שבו נבחרת פתרון או החלטה מתוך אפשרויות שונות.
▶
Αποφάσισα να πάω διακοπές αυτό το καλοκαίρι.
החלטתי ללכת לחופשה הקיץ.
▶
Πρέπει να αποφασίσουμε ποιο φαγητό θα παραγγείλουμε.
אנחנו צריכים להחליט מה לאכול.
▶
Η Μαρία αποφασίζει πότε θα ξεκινήσει το ταξίδι της.
מריה מחליטה מתי להתחיל את הטיול שלה.